Πρότυπο Ιατρείο Μαιευτικής και Γυναικολογικής Φροντίδας, Υπογονιμότητας και Αισθητικής Γυναικολογίας
«Έχω ενδομητρίωση. Θα μπορέσω να μείνω έγκυος;» Είναι ένα από τα πρώτα ερωτήματα που μπορεί να προκύψουν μετά τη διάγνωση, ιδιαίτερα όταν η δημιουργία οικογένειας αποτελεί άμεσο ή μελλοντικό στόχο. Η απάντηση, όμως, δεν είναι ίδια για κάθε γυναίκα. Η ενδομητρίωση μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείει την εγκυμοσύνη.
Η σχέση ανάμεσα σε ενδομητρίωση και εγκυμοσύνη χρειάζεται, επομένως, να εξετάζεται εξατομικευμένα. Η έκταση και η θέση της νόσου, η λειτουργία των ωοθηκών και των σαλπίγγων, η ηλικία αλλά και η συνολική αναπαραγωγική εικόνα της γυναίκας είναι μερικοί μόνο από τους παράγοντες που βοηθούν τον γιατρό να εκτιμήσει τις πιθανότητες σύλληψης και τα κατάλληλα επόμενα βήματα.

Γιατί η ενδομητρίωση μπορεί να δυσκολέψει τη σύλληψη;
Για να επιτευχθεί φυσιολογικά μια εγκυμοσύνη, χρειάζεται να λειτουργήσουν σωστά αρκετά διαδοχικά στάδια: να απελευθερωθεί το ωάριο από την ωοθήκη, να περάσει στη σάλπιγγα, να συναντήσει εκεί το σπερματοζωάριο και, μετά τη γονιμοποίηση, το έμβρυο να εμφυτευθεί στο ενδομήτριο.
Ενδομητρίωση και υπογονιμότητα μπορεί να συνδέονται επειδή η πάθηση ενδέχεται να επηρεάσει διαφορετικά σημεία αυτής της διαδικασίας. Η φλεγμονή και οι συμφύσεις που δημιουργούνται μπορεί, για παράδειγμα, να επηρεάσουν την ανατομία της πυέλου και τη λειτουργία των σαλπίγγων, δυσκολεύοντας τη συνάντηση ωαρίου και σπερματοζωαρίου.
Η επίδραση της ενδομητρίωσης, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Ανάλογα με το περιστατικό, μπορεί να υπάρχουν επιδράσεις στην ωοθηκική λειτουργία, στην ωορρηξία ή στο περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται τα πρώτα στάδια της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Παράλληλα, έχουν μελετηθεί μηχανισμοί που ενδέχεται να επηρεάζουν το ωάριο αλλά και το ενδομήτριο, δυσχεραίνοντας την εμφύτευση.
Έτσι εξηγείται και γιατί δύο γυναίκες με ενδομητρίωση μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική εμπειρία όσον αφορά τη σύλληψη.
Μπορώ να μείνω έγκυος φυσιολογικά αν έχω ενδομητρίωση;
Η φυσική σύλληψη είναι δυνατή για πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση. Ιδιαίτερα σε μικρού ή μετρίου βαθμού νόσο, μια γυναίκα μπορεί να συλλάβει και να φέρει εις πέρας με επιτυχία μια εγκυμοσύνη.
Επομένως, η διάγνωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως διάγνωση υπογονιμότητας. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να εκτιμηθεί πώς επηρεάζει η ενδομητρίωση τη συγκεκριμένη γυναίκα.
Ακόμη και η βαρύτητα της ενδομητρίωσης δεν αρκεί από μόνη της για να προβλέψει εάν και πόσο εύκολα θα επιτευχθεί μια εγκυμοσύνη. Η αναπαραγωγική πρόγνωση διαμορφώνεται από τον συνδυασμό περισσότερων παραγόντων, γι’ αυτό και η αξιολόγηση δεν περιορίζεται στην παρουσία ή στο στάδιο της νόσου. Στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν και με ποιον τρόπο η ενδομητρίωση επηρεάζει τη γονιμότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για παράδειγμα, διαφορετική προσέγγιση μπορεί να χρειάζεται μια νεότερη γυναίκα με ήπια νόσο και χωρίς άλλον παράγοντα υπογονιμότητας και διαφορετική μια γυναίκα μεγαλύτερης αναπαραγωγικής ηλικίας, με ενδομητριώματα, συμφύσεις ή ήδη παρατεταμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες για εγκυμοσύνη.
Ακριβώς γι’ αυτό, όταν υπάρχει ενδομητρίωση και επιθυμία για σύλληψη, ο χρόνος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν χρειάζεται πανικός ούτε η πεποίθηση ότι κάθε γυναίκα πρέπει να οδηγηθεί άμεσα σε θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Χρειάζεται, όμως, σωστή αξιολόγηση ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος όταν υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να δυσκολέψουν περισσότερο την επίτευξη εγκυμοσύνης.
Τι γίνεται όταν η εγκυμοσύνη δεν έρχεται;
Όταν οι προσπάθειες δεν οδηγούν σε εγκυμοσύνη, το επόμενο βήμα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την παρουσία της ενδομητρίωσης. Ο γιατρός χρειάζεται να συνεκτιμήσει το σύνολο της αναπαραγωγικής εικόνας, καθώς η γονιμότητα δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα.
Στην απόφαση αυτή μπορεί να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η ηλικία της γυναίκας, η διάρκεια των προσπαθειών για σύλληψη, η έκταση και η θέση της ενδομητρίωσης, η κατάσταση των ωοθηκών και των σαλπίγγων, καθώς και η παρουσία άλλων παραγόντων υπογονιμότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση δεν έχει ως μοναδικό στόχο τη νόσο, αλλά εντάσσεται στον συνολικό αναπαραγωγικό σχεδιασμό της γυναίκας ή του ζευγαριού.
Ανάλογα με τα δεδομένα, μπορεί να εξεταστεί η χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης με διατήρηση της μήτρας και των ωοθηκών, όταν αυτή κρίνεται κατάλληλη. Η αφαίρεση ενδομητρικών εστιών ή όζων μπορεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις να αυξήσει τις πιθανότητες εγκυμοσύνης.
Σε άλλες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η φυσική σύλληψη με ενδομητρίωση δεν επιτυγχάνεται ή όταν υπάρχουν επιπλέον παράγοντες που δυσκολεύουν τη γονιμότητα, μπορεί να εξεταστεί η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και η εξωσωματική γονιμοποίηση. Το ζητούμενο δεν είναι να ακολουθηθεί μία προκαθορισμένη διαδρομή, αλλά να επιλεγεί η λύση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα δεδομένα της συγκεκριμένης γυναίκας ή του ζευγαριού.
Η ενδομητρίωση δεν γράφει από μόνη της την έκβαση της γονιμότητας
Μια διάγνωση ενδομητρίωσης μπορεί εύλογα να δημιουργήσει ανησυχία όταν υπάρχει επιθυμία για παιδί. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απάντηση στο ερώτημα «μπορώ να μείνω έγκυος;». Για πολλές γυναίκες η εγκυμοσύνη μπορεί να επιτευχθεί φυσιολογικά, ενώ για άλλες χρειάζεται διερεύνηση και κατάλληλη ιατρική υποστήριξη.
Ο Δρ. Ιωάννης Γρυπάρης, Μαιευτήρας – Χειρουργός – Γυναικολόγος, εξειδικευμένος στην Υπογονιμότητα, έχει ασχοληθεί εκτενώς με την ενδομητρίωση στο πλαίσιο της εξειδίκευσής του στην υπογονιμότητα στο εξωτερικό και διαθέτει σχετικό επιστημονικό και συγγραφικό έργο.
Εάν έχετε διαγνωστεί με ενδομητρίωση και σχεδιάζετε μια εγκυμοσύνη ή προσπαθείτε ήδη να συλλάβετε, επικοινωνήστε με το Materna Care και προγραμματίστε το ραντεβού σας με τον Δρ. Γρυπάρη. Η εξατομικευμένη εκτίμηση της γονιμότητάς σας μπορεί να σας βοηθήσει να γνωρίζετε ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες και ποια βήματα είναι κατάλληλα για τη δική σας περίπτωση.

