Καρκίνος Μαστού

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο καρκίνος που αναπτύσσεται στους ιστούς του μαστού, συνήθως στους πόρους (που μεταφέρουν γάλα στη θηλή) ή στους λοβούς (αδένες που παράγουν γάλα). Απαντάται τόσο σε άντρες, όσο και σε γυναίκες, παρόλο που στους άντρες είναι σπάνιος.

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο συχνός από όλους τους καρκίνους στις γυναίκες και είναι η πρώτη αιτία θανάτου από καρκίνο στις Ευρωπαίες. Εκτιμάται ότι μία στις εννιά Ευρωπαίες θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή στη ζωή της, αλλά οι εκτιμήσεις αυτές ποικίλουν ανάλογα με τη χώρα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν 332,000 γυναίκες διεγνώσθησαν με καρκίνο του μαστού το 2008.

Ο καρκίνος του μαστού αναπτύσσεται πιο συχνά σε μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά 1 στους 4 καρκίνους του μαστού διαγιγνώσκεται σε γυναίκες κάτω των 50 ετών. Λιγότερο από 5% όλων των καρκίνων του μαστού διαγιγνώσκονται σε γυναίκες κάτω των 35 ετών.

Στις περισσότερες δυτικές χώρες, όλο και λιγότερες γυναίκες πεθαίνουν από καρκίνο του μαστού τα τελευταία χρόνια (ειδικά σε νεότερες ηλικιακές ομάδες) εξαιτίας των βελτιωμένων θεραπειών, αλλά και της πιο έγκαιρης διάγνωσης.

Σήμερα, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί αναπτύσσεται ο καρκίνος του μαστού. Μερικοί μόνο παράγοντες κινδύνου έχουν προσδιοριστεί. Ένας παράγοντας κινδύνου αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου, αλλά δεν είναι ούτε αναγκαίος αλλά ούτε και αρκετός ώστε να προκαλέσει καρκίνο από μόνος του.

Ορισμένες γυναίκες με αυτούς τους παράγοντες κινδύνου δεν θα αναπτύξουν ποτέ καρκίνο του μαστού, και άλλες, με κανέναν από αυτούς τους παράγοντες θα αναπτύξουν καρκίνο του μαστού.

Η πλειοψηφία των καρκίνων του μαστού χρειάζονται οιστρογόνα για να αναπτυχθούν. Χωρίς οιστρογόνα σταματάει η ανάπτυξή τους ή αναπτύσσονται πιο αργά. Αυτός είναι ο λόγος που με λίγες εξαιρέσεις, οι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού συνδέονται με τα οιστρογόνα.

Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου του καρκίνου του μαστού στις γυναίκες είναι:

  • Ηλικία: ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται με τη πάροδο της ηλικίας
  • Γονίδια: μεταλλάξεις ορισμένων γονιδίων τα οποία κληρονομούνται από τη μητέρα ή τον πατέρα αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Οι υπάρχουσες γνώσεις δείχνουν ότι αυτά τα μη φυσιολογικά γονίδια προκαλούν λιγότερο από το 10% των καρκίνων του μαστού
  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού: η ύπαρξη ενός συγγενούς πρώτου βαθμού (μητέρα, αδερφή, κόρη, αδερφός και πατέρας) με καρκίνο του μαστού αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, ειδικά αν ο συγγενής ήταν κάτω από 45 ετών τη στιγμή της διάγνωσης. Όταν πολλά μέλη της οικογένειας έχουν προσβληθεί από καρκίνο του μαστού ή/και ωοθηκών σε νεαρή ηλικία, τίθεται υποψία γενετικής προδιάθεσης. Τα BRCA1 και BRCA2 είναι τα δύο κύρια γονίδια που συμμετέχουν στις οικογενείς μορφές του καρκίνου του μαστού. Σε μεταλλάξεις του BRCA1 ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού κατά τη διάρκεια της ζωής είναι 80-85%, με 60% πιθανότητα ανάπτυξης και στους δύο μαστούς. Τόσο ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού όσο και της θνησιμότητας μειώνεται με προφυλακτικό χειρουργείο
  • Ατομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού: ιστορικό καρκίνου του μαστού στο παρελθόν αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε διαφορετικό σημείο του μαστού ή στον άλλο μαστό
  • Έκθεση σε οιστρογόνα και προγεστερόνη κατά τη διάρκεια της ζωής: αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού εμφανίζεται σε γυναίκες που είχαν εμμηναρχή πριν τα 12, ή μπήκαν στην εμμηνόπαυση μετά τα 55, αλλά και σε αυτές που δεν έχουν τεκνοποιήσει ή τεκνοποίησαν πρώτη φορά μετά την ηλικία των 30
  • Ιστορικό ορισμένων καλοηθών παθήσεων του μαστού: ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού είναι ιδιαίτερα υψηλός σε γυναίκες με δύο παθήσεις, που ονομάζονται άτυπη λοβιακή υπερπλασία και άτυπη υπερπλασία των πόρων
  • Χρήση φαρμάκων που περιέχουν οιστρογόνα και προγεστερόνη: η χρήση του αντισυλληπτικού χαπιού, ειδικά πριν τη πρώτη εγκυμοσύνη, αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Αν μια γυναίκα δεν έχει πάρει αντισυλληπτικά για 10 χρόνια, ο αυξημένος κίνδυνος από την αγωγή αυτή δεν υφίσταται πια. Επίσης, η χρήση θεραπείας ορμονικής αποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Για τους χρήστες που διέκοψαν τη θεραπεία ορμονικής αποκατάστασης τουλάχιστον πριν από 5 χρόνια, ο κίνδυνος δεν είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με κάποιον που δεν έλαβε ποτέ θεραπεία ορμονικής αποκατάστασης
  • Ακτινοθεραπεία του μαστού κατά την παιδική ή την εφηβική ηλικία
  • Υπερβολικό βάρος και παχυσαρκία: οι υπέρβαροι ή οι παχύσαρκοι έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό οφείλεται, πιθανά, στη παραγωγή οιστρογόνων στο λιπώδη ιστό
  • Κατανάλωση αλκοόλ και κάπνισμα: ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται με την κατανάλωση αλκοόλ και με το κάπνισμα, αλλά οι μηχανισμοί δεν έχουν διασαφηνιστεί ακόμα

Η υποψία για καρκίνο του μαστού μπορεί να τεθεί κάτω από διάφορες συνθήκες. Οι κύριες συνθήκες αφορούν στη θετική προληπτική μαστογραφία, την εντόπιση μέσω ψηλάφησης μιας μάζας στο μαστό, την οποιαδήποτε αλλαγή στο δέρμα του μαστού που παρατηρείται από την ασθενή ή το γιατρό της, ή οποιαδήποτε ροή υγρού από τη θηλή ενός από τους μαστούς.

Η διάγνωση του καρκίνου του μαστού βασίζεται στις εξής τρεις εξετάσεις:

  1. Κλινική εξέταση. Η φυσική εξέταση των μαστών και των γειτονικών λεμφαδένων περιλαμβάνει επισκόπηση και ψηλάφηση
  2. Ακτινολογική εξέταση. Αυτή περιλαμβάνει τη διεξαγωγή μιας μαστογραφίας, και έναν υπερηχογραφικό έλεγχο των μαστών και των γειτονικών λεμφαδένων. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να χρειαστεί μαγνητική τομογραφία των μαστών, ειδικά σε νεαρές γυναίκες με πυκνό μαστικό ιστό, γυναίκες με μεταλλάξεις του γονιδίου BRCA, και γυναίκες με εμφυτεύματα σιλικόνης. Η MRI συνιστάται, επίσης, όταν καρκινικά κύτταρα ανιχνεύονται σε έναν ύποπτο μασχαλιαίο λεμφαδένα, αλλά στη μαστογραφία δεν εντοπίζεται όγκος, ή όταν υπάρχει υποψία πολλών όγκων.
  3. Ιστολογική εξέταση. Είναι η εργαστηριακή εξέταση του ιστού του όγκου αφού αφαιρεθεί δείγμα με βιοψία. Αυτή η εργαστηριακή εξέταση θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού και θα δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του όγκου. Η βιοψία πραγματοποιείται από το γιατρό με μια βελόνα, συχνά με τη βοήθεια υπερηχογράφου που οδηγεί τη βελόνα στον όγκο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκυμοσύνη είναι δυνατή μετά τον καρκίνο του μαστού, ιδιαίτερα αν οι ωοθήκες δεν έχουν καταστραφεί από κάποια χημειοθεραπευτικά φάρμακα, τα οποία είναι τοξικά για αυτές. Αυτό χρειάζεται να συζητιέται από την αρχή με τις νέες γυναίκες που θέλουν να διαφυλάξουν τη γονιμότητά τους. Για τις γυναίκες που μένουν έγκυες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, ούτε η εγκυμοσύνη αλλά ούτε και ο θηλασμός αυξάνουν τη πιθανότητα υποτροπής.

Ο ιατρός θα χρειαστεί να λάβει υπόψη του πολλούς παράγοντες, σχετιζόμενους τόσο με την ασθενή, όσο και με τον καρκίνο, ώστε να λάβει την κατάλληλη θεραπευτική απόφαση.

Πληροφορίες σχετιζόμενες με την ασθενή

  • Ατομικό ιατρικό ιστορικό
  • Ιστορικό καρκίνου σε συγγενείς, ειδικά καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών
  • Κατάσταση που αφορά την εμμηνόπαυση, το οποίο μερικές φορές απαιτεί τη λήψη δείγματος αίματος για να μετρηθούν τα επίπεδα ορισμένων ορμονών στο αίμα (οιστραδιόλη και FSH)
  • Αποτελέσματα από τη κλινική εξέταση του ιατρού
  • Γενική κατάσταση
  • Αποτελέσματα από αιματολογικές εξετάσεις που πραγματοποιούνται για να εκτιμηθούν τα λευκά αιμοσφαίρια, τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια, και εξετάσεις που πραγματοποιούνται για να αποκλειστεί η πιθανότητα κάποιου προβλήματος στο ήπαρ, τα νεφρά και τα οστά

Πληροφορίες σχετικές με τον καρκίνο

Σταδιοποίηση. Οι ιατροί χρησιμοποιούν τη σταδιοποίηση για να εκτιμήσουν τους κινδύνους και την πρόγνωση, σε συνδυασμό με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ασθενούς και τον τύπο του καρκίνου. Το στάδιο του καρκίνου είναι θεμελιώδες για τις αποφάσεις που αφορούν στη θεραπεία. Όσο λιγότερο προχωρημένο είναι το στάδιο, τόσο καλύτερη είναι η πρόγνωση. Η σταδιοποίηση συνήθως γίνεται δύο φορές: μετά τη κλινική και ακτινολογική εξέταση, όπως επίσης και μετά το χειρουργείο.

Αποτελέσματα της βιοψίας. Αρχικά πραγματοποιείται βιοψία του όγκου, και στη συνέχεια μια δεύτερη ιστολογική εξέταση πραγματοποιείται στους ιστούς του όγκου και των λεμφαδένων που αφαιρούνται με το χειρουργείο. Αυτή είναι πολύ σημαντική για να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα της βιοψίας, αλλά και για να δώσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον καρκίνο. Τα αποτελέσματα της εξέτασης της βιοψίας πρέπει να περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό του ιστολογικού τύπου των κυττάρων που συνθέτουν τον όγκο, δηλαδή πορογενές ή λοβιακό καρκίνωμα, και διάκριση του όγκου σε διηθητικό ή μη-διηθητικό (in situ), αλλά και προσδιορισμό του βαθμού διαφοροποίησης των καρκινικών κυττάρων.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό μέρος της ιστολογικής εξέτασης μετά τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου είναι να ελεγχθεί αν ο όγκος έχει αφαιρεθεί πλήρως. Αυτό γίνεται εκτιμώντας εάν τα μικροσκοπικά άκρα του όγκου περιβάλλονται πλήρως από φυσιολογικό ιστό.

Ο σχεδιασμός της θεραπείας περιλαμβάνει μια διεπιστημονική ομάδα από γιατρούς. Αυτό, συνήθως, συνεπάγεται μια συνάντηση γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, που λέγεται ογκολογικό συμβούλιο. Σε αυτή τη συνάντηση θα συζητηθεί το πλάνο της θεραπείας, με βάση τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Η θεραπεία συνδυάζει συνήθως, παρεμβατικές μεθόδους όπως:

  • παρέμβαση στον καρκίνο τοπικά, όπως χειρουργείο ή ακτινοθεραπεία
  • παρέμβαση στα καρκινικά κύτταρα σε όλο το σώμα με συστηματική θεραπεία όπως η χημειοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία και/ή στοχεύουσα HER2 θεραπεία

Η έκταση της θεραπείας εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά των καρκινικών κυττάρων και το στάδιο της νόσου, όπως επίσης, από την ηλικία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση και τη συννοσηρότητα του ασθενούς.

Όλες οι διαθέσιμες θεραπείες έχουν τα οφέλη, τους κινδύνους και τις αντενδείξεις τους. Συνίσταται να συμβουλευτείτε έναν ογκολόγο για τα οφέλη και τους κινδύνους κάθε θεραπείας, ώστε να ενημερωθείτε για τις συνέπειές της. Για ορισμένες θεραπείες, υπάρχουν διάφορες διαθέσιμες επιλογές. Η επιλογή πρέπει να συζητείται με βάση την ισορροπία μεταξύ οφέλους και κινδύνου.

Εκτίμηση της ανταπόκρισης. Η ανταπόκριση στη θεραπεία πρέπει να εκτιμάται, ώστε να ζυγίζονται τα οφέλη της θεραπείας έναντι των παρατηρούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Αυτή η εκτίμηση της ανταπόκρισης προτείνεται μετά από 2-3 μήνες ορμονοθεραπείας και μετά από 2-3 κύκλους χημειοθεραπείας. Η εκτίμηση συνίσταται στην κλινική αξιολόγηση και των συμπτωμάτων, την εκτίμηση της ποιότητας ζωής, τις αιματολογικές εξετάσεις και την επανάληψη των αρχικών, μη φυσιολογικών ακτινολογικών εξετάσεων, με σύγκριση των μετρήσεων.

Αν η ισορροπία μεταξύ του οφέλους και των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι ευνοϊκή, θα πρέπει να συζητούνται νέες θεραπευτικές επιλογές με την ασθενή, την οικογένειά της και τον ιατρό.

Επιπλοκές του χειρουργείου

Ορισμένες επιπλοκές μπορεί να εμφανιστούν σε κάθε χειρουργική επέμβαση που γίνεται υπό γενική αναισθησία. Αυτές οι επιπλοκές είναι σπάνιες και περιλαμβάνουν την εν τω βάθη φλεβική θρόμβωση, καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα, αιμορραγία, λοίμωξη, ή αντίδραση στην αναισθησία. Συχνά παρατηρείται πόνος μετεγχειρητικά, οπότε χορηγούνται διάφορα αναλγητικά είτε για να τον προλάβουν είτε για να τον αντιμετωπίσουν. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστεί δυσκαμψία του ώμου, η οποία συνήθως δε διαρκεί πολύ.

Η αφαίρεση των λεμφαδένων της μασχάλης μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη ή απόφραξη του λεμφικού συστήματος, προκαλώντας λεμφοίδημα, μια κατάσταση κατά την οποία το λεμφικό υγρό συσσωρεύεται στο χέρι και του προκαλεί οίδημα. Ο κίνδυνος είναι μικρότερος όταν πραγματοποιείται μόνο βιοψία του λεμφαδένα φρουρού. Στην περίπτωση που μετά το λεμφαδενικό καθαρισμό της μασχάλης πραγματοποιείται ακτινοθεραπεία στη μασχάλη, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος, καθώς έως και 40% των ασθενών μπορεί να αναπτύξει λεμφοίδημα.

Παρενέργειες της ακτινοθεραπείας

Συνήθως παρατηρούνται λίγες παρενέργειες και στους περισσότερους ασθενείς είναι ήπιες. Έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές βελτιώσεις στα ακτινοθεραπευτικά μηχανήματα με αποτέλεσμα οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες να είναι πλέον πολύ σπάνιες.

Οι κύριες παρενέργειες της ακτινοθεραπείας στον καρκίνο του μαστού είναι ερυθρότητα, πόνος, ή/και κνησμός του δέρματος του θώρακα μετά από τρεις με τέσσερις εβδομάδες χορήγησης εξωτερικής ακτινοθεραπείας. Οι παρενέργειες αυτές συνήθως υποχωρούν δύο με τέσσερις εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας. Η περιοχή του θώρακα που έλαβε ακτινοθεραπεία, παρόλα αυτά, μπορεί να παραμείνει ελαφρά πιο σκούρα σε σχέση με το υπόλοιπο δέρμα.

Παρενέργειες της χημειοθεραπείας

Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας είναι πολύ συχνές. Εξαρτώνται από το(α) φάρμακο(α) που χορηγούνται, τη δόση τους, και παράγοντες σχετιζόμενους με την ασθενή. Οι πιο συχνές παρενέργειες των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων είναι η αλωπεκία και ο μειωμένος αριθμός των κυττάρων του αίματος. Η μείωση των κυττάρων του αίματος μπορεί να οδηγήσει σε αναιμία, αιμορραγία και λοιμώξεις.

Άλλες συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν:

  • αλλεργικές αντιδράσεις, όπως ερυθρότητα προσώπου και εξάνθημα
  • νευρολογικά προβλήματα που εμφανίζονται στα χέρια και/ή τα πόδια (περιφερική νευροπάθεια), και μπορεί να εκδηλωθούν ως “μυρμηγκιάσματα”, μούδιασμα και/ή πόνος
  • προσωρινή απώλεια ή αλλαγές της όρασης
  • εμβοές ώτων ή αλλαγές στην ακοή
  • χαμηλή αρτηριακή πίεση
  • ναυτία, εμετός και διάρροια
  • φλεγμονή διαφόρων περιοχών, όπως στη στοματική κοιλότητα
  • διαταραχή της αίσθησης της γεύσης
  • μείωση της όρεξης
  • χαμηλός καρδιακός ρυθμός
  • αφυδάτωση
  • ήπιες αλλαγές στα νύχια και το δέρμα που σύντομα εξαφανίζονται
  • επώδυνο οίδημα και φλεγμονή των περιοχών που γίνεται η έγχυση των φαρμάκων
  • μυϊκοί πόνοι ή αρθραλγίες
  • σπασμοί
  • κόπωση

Ορισμένα χημειοθεραπευτικά φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν πρώιμη εμμηνόπαυση σε νεαρές γυναίκες λόγω διακοπής της παραγωγής ορμονών από τις ωοθήκες. Έτσι, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα εμμηνόπαυσης, τα οποία περιλαμβάνουν διακοπή της περιόδου, εξάψεις, εφιδρώσεις, εναλλαγές της διάθεσης και κολπική ξηρότητα. Η γονιμότητα μπορεί, επίσης, να επηρεαστεί.

Παρενέργειες της ορμονοθεραπείας

Οι παρενέργειες της ορμονοθεραπείας είναι πολύ συχνές. Εξαρτώνται από το(α) φάρμακο(α) που θα χορηγηθούν, αλλά όλες οι ορμονοθεραπείες παρουσιάζουν το ίδιο προφίλ παρενεργειών. Η ταμοξιφένη τείνει να έχει περισσότερες παρενέργειες από τους αναστολείς αρωματάσης.

Οι κυριότερες παρενέργειες των ορμομονοθεραπειών καταγράφονται παρακάτω και σχετίζονται με τροποποιήσεις στα επίπεδα ή τη δράση των ορμονών λόγω της θεραπείας. Γενικά, σε όλες σχεδόν τις γυναίκες τα οφέλη της ορμονοθεραπείας υπερτερούν των παρενεργειών.

  • Εξάψεις και εφιδρώσεις (πολύ συχνές, ειδικά με την ταμοξιφένη)
  • Κολπική ξηρότητα ή αυξημένες κολπικές εκκρίσεις
  • Μυϊκοί πόνοι και αρθραλγίες (ειδικά με τους αναστολείς αρωματάσης)
  • Εναλλαγές της διάθεσης
  • Κόπωση
  • Ναυτία
  • Μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον (το οποίο μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους που σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού, αλλά ως ένα βαθμό μπορεί να οφείλεται στις αλλαγές στις ορμόνες που επάγονται από την ορμονοθεραπεία)

Δεν είναι ασυνήθιστο να παρουσιάσετε συμπτώματα που σχετίζονται με την επικουρική θεραπεία, ακόμη και όταν αυτή έχει ολοκληρωθεί.

  • Όχι σπάνια, μπορεί να εκδηλωθεί άγχος, διαταραχές του ύπνου, κατάθλιψη ή έντονη κόπωση. Ασθενείς με αυτά τα συμπτώματα μπορεί να χρειαστούν ψυχολογική υποστήριξη
  • Διαταραχές μνήμης και δυσκολία στη συγκέντρωση δεν είναι ασυνήθιστες παρενέργειες της χημειοθεραπείας. Αυτές οι παρενέργειες είναι γενικά αντιστρέψιμες εντός λίγων μηνών
  • Οι νεαρές γυναίκες μπορεί να εμφανίσουν πρώιμη εμμηνόπαυση εξαιτίας της χημειοθεραπείας, που εκδηλώνεται με εναλλαγές διάθεσης, αύξηση του βάρους, πόνο στις αρθρώσεις και διαταραχές ύπνου

Παρακολούθηση (follow-up) από τους θεράποντες ιατρούς

Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, οι ιατροί θα προτείνουν ένα πρόγραμμα παρακολούθησης, που στοχεύει:

  • στη διάγνωση πιθανής υποτροπής όσο το δυνατόν συντομότερα
  • στη διάγνωση ενός πιθανού καρκίνου που μπορεί να εμφανιστεί στον άλλο μαστό
  • στην εκτίμηση και αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών από τη θεραπεία
  • στην παροχή ψυχολογικής υποστήριξης και πληροφοριών ώστε να ενθαρρυνθεί η επιστροφή στη φυσιολογική ζωή

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αύξηση του βάρους επηρεάζει δυσμενώς την πρόγνωση και θα πρέπει να αποθαρρύνεται. Αν κρίνεται απαραίτητο, συνιστάται διατροφική συμβουλευτική. Η τακτική, μακροπρόθεσμη, μέτρια προς έντονη σωματική άσκηση σχετίζεται με ευνοϊκή πρόγνωση. Επίσης, συνιστάται η διακοπή καπνίσματος στις καπνίστριες.

Εξαιτίας της διάγνωσης του καρκίνου αυτού καθαυτού αλλά και της επακόλουθης θεραπείας, η επιστροφή στη φυσιολογική ζωή μπορεί να μην είναι εύκολη για ορισμένες ασθενείς. Μπορεί να προκύψουν ερωτήματα που αφορούν στην εικόνα του σώματος, τη σεξουαλικότητα, την κόπωση, την εργασία, τα συναισθήματα και τον τρόπο ζωής. Η συζήτηση με συγγενείς, φίλους ή με τους θεράποντες ιατρούς μπορεί να βοηθήσει. Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να αναζητήσουν υποστήριξη σε συλλόγους πρώην ασθενών ή υπηρεσίες τηλεφωνικών πληροφοριών και τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας.

Γυναικολογία

Κακοήθειες οργάνων αναπαραγωγής

  Επικοινωνήστε μαζί μας

Εγγραφείτε στο Newsletter

Μαρτυρίες Ασθενών

Πολύ ευγενικός γιατρός, άμεση απάντηση σε οποιοδήποτε ερώτημα κι αν υπάρξει, πολύ καθαρός χώρος και σου προσαρμόζει τα ραντεβού την ώρα που μπορείς εσύ.

Μαρία Τ.

Ο γιατρός είναι ευσυνείδητος, υπομονετικός και άριστος στη δουλειά του. Τον συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σοφία Π.

Πρότυπο ιατρείο, εξαιρετικός γιατρός. Μηδενικός χρόνος αναμονής, άμεση εξυπηρέτηση.

Σύλβια Μ.

Κλείστε Ραντεβού

Sed ut perspiciatis unde omnis iste natus error sit voluptatem accusantium doloremque laudantium, totam rem aperiam.

ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ