Πρότυπο Ιατρείο Μαιευτικής και Γυναικολογικής Φροντίδας, Υπογονιμότητας και Αισθητικής Γυναικολογίας

Γυναικεία Υπογονιμότητα
Τι Είναι Η Υπογονιμότητα

Η υπογονιμότητα αποτελεί διαταραχή του αναπαραγωγικού συστήματος, που εκδηλώνεται με την αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη ή να ολοκληρώσει με επιτυχία μια εγκυμοσύνη. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο όταν, παρά τη συστηματική σεξουαλική επαφή χωρίς αντισύλληψη (δύο έως τρεις φορές την εβδομάδα), δεν επιτυγχάνεται εγκυμοσύνη μέσα σε διάστημα ενός έτους. Όταν η γυναίκα είναι άνω των 35 ετών, το χρονικό αυτό όριο μειώνεται στους έξι μήνες, καθώς η πιθανότητα σύλληψης μειώνεται φυσιολογικά με την ηλικία.
Η υπογονιμότητα δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Ωστόσο, τα ποσοστά της έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το 15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας, δηλαδή 50 έως 80 εκατομμύρια άνθρωποι, αντιμετωπίζουν δυσκολίες σύλληψης. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα (18-20%), κάτι που αποδίδεται τόσο στη συχνότητα γυναικολογικών παθήσεων, όπως συμφύσεις της μήτρας ή απόφραξη σαλπίγγων, όσο και στην ελλιπή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Παράγοντες όπως οι συχνές εκτρώσεις, η περιορισμένη χρήση αντισύλληψης και η αυξημένη εμφάνιση πυελικών φλεγμονών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Ελληνίδες αποκτούν παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία, συμβάλλουν στην αυξημένη επίπτωση της υπογονιμότητας στη χώρα μας.
Αίτια
Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές αιτίες και παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα ενός ζευγαριού. Η ύπαρξη ενός από αυτούς δεν αποκλείει την πιθανότητα να συνυπάρχουν και άλλοι, ενώ η βαρύτητα κάθε παράγοντα ποικίλλει ανά περίπτωση. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την υπογονιμότητα της γυναίκας από αυτή του άνδρα, ως πρόβλημα δηλαδή μόνο του ενός συντρόφου. Η υπογονιμότητα πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται ως κοινό ζήτημα του ζευγαριού. Στατιστικά, περίπου το 40% των περιπτώσεων υπογονιμότητας αποδίδεται σε ανδρικούς παράγοντες, άλλο ένα 40% σε γυναικείους, ενώ το υπόλοιπο 20% αφορά προβλήματα που εντοπίζονται και στους δύο.
Σε ένα ποσοστό 10-15% των περιπτώσεων, τα αίτια της υπογονιμότητας δεν μπορούν να εντοπιστούν, κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως ανεξήγητη υπογονιμότητα. Ακόμη και όταν ο έλεγχος γονιμότητας τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας δεν αποκαλύπτει καμία ανωμαλία, θεωρείται ότι μικροπαράγοντες, όπως ήπιες ορμονικές διακυμάνσεις, ελαφρές ανοσολογικές διαφορές ή λεπτές λειτουργικές ανεπάρκειες, μπορεί να συμβάλλουν συνδυαστικά στη δυσκολία σύλληψης. Το ενθαρρυντικό είναι ότι τα ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα παρουσιάζουν τις υψηλότερες πιθανότητες για φυσιολογική, αυτόματη εγκυμοσύνη σε σχέση με άλλες κατηγορίες υπογονιμότητας.
Γυναικείος Παράγοντας Υπογονιμότητας
Σε γενικές γραμμές, μία υπογόνιμη γυναίκα θα αντιμετωπίζει πρόβλημα στη διαθεσιμότητα ή την ποιότητα των ωαρίων της, στις σάλπιγγες (στο μονοπάτι όπου γίνεται η συνάντηση του ωαρίου με τα σπερματοζωάρια) ή στη μήτρα (το μέρος που θα υποδεχθεί και θα φιλοξενήσει το κύημα).
Ωοθηκικός Παράγοντας
Οι διαταραχές ωορρηξίας ενοχοποιούνται για το 25% της υπογονιμότητας στα ζευγάρια. Αυτές μπορεί να οφείλονται είτε σε προβλήματα στη ρύθμιση των αναπαραγωγικών ορμονών από τον υποθάλαμο ή την υπόφυση, είτε σε προβλήματα στην ίδια την ωοθήκη.
Ανωοθυλακιορρηξία
Πρόκειται για καταστάσεις κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται η απελευθέρωση του ωαρίου της γυναίκας που σε φυσιολογικές συνθήκες συμβαίνει στο μέσο κάθε κύκλου. Ενδεικτικά αναφέρονται:
- Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών
- Η πρώιμη έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας
- Το έντονο stress
- Η υπερβολική σωματική άσκηση
- Η παχυσαρκία ή αντίθετα η μεγάλη αδυναμία και κακή θρέψη
- Διαταραχές και όγκοι του εγκεφάλου
- Παθήσεις του ήπατος και των νεφρών
Ανεπάρκεια Ωχρινικής Φάσης
Πρόκειται για κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται ορμονική ανεπάρκεια μετά την ωοθυλακιορρηξία (δεν παράγεται αρκετή προγεστερόνη), με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζονται οι ιδανικές συνθήκες για την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στη μήτρα. Η προγεστερόνη είναι απαραίτητη για την προετοιμασία του ενδομητρίου προκειμένου να διατηρήσει το γονιμοποιημένο ωάριο.
Ηλικία
Η γονιμότητα της γυναίκας βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο στα 20-25 έτη, μετέπειτα μειώνεται με σχετικά αργό ρυθμό μέχρι την ηλικία των 35, στη συνέχεια αρχίζει να μειώνεται σημαντικά έως τα 40, ενώ από τα 40 και έπειτα, η γονιμότητα μειώνεται δραματικά, όχι μόνο λόγω μείωσης του συνολικού αριθμού των ωαρίων της, αλλά και έκπτωσης στην ποιότητά τους.
Προκειμένου να αξιολογηθεί η «ηλικία των ωοθηκών» συνιστάται η μέτρηση της ορμόνης AMH, οποία ελέγχει το αποθεματικό των ωοθηκών σε ωάρια. Επίσης, όταν μια γυναίκα περάσει τα 40, τα ωάρια που παράγει εμφανίζουν αυξημένο ποσοστό χρωμοσωματικών ανωμαλιών, κάτι που αποδείχθηκε σε πρόσφατες μελέτες προεμφυτευτικού ελέγχου σε γυναίκες αυτής της ηλικίας, όπου παρατηρήθηκε ότι το 70-90% των εμβρύων παρουσίαζαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Επεμβάσεις Στις Ωοθήκες
Αρκετές νεαρές γυναίκες υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση στις ωοθήκες, που οφείλεται συνήθως σε κύστεις (π.χ. κύστη ωχρού σωματίου, δερμοειδής κύστη κλπ). Συχνά, στις περιπτώσεις αυτές, μειώνεται ο υγιής ωοθηκικός ιστός, το αποθεματικό των ωοθηκών και η ικανότητά τους να παράγουν ωάρια. Επιπλέον, είναι πιθανό να αναπτυχθούν συμφύσεις που μπορεί να επηρεάσουν και να εμποδίσουν τις σάλπιγγες.
Σαλπιγγικός Παράγοντας
Ο σαλπιγγικός παράγοντας ευθύνεται για το 25-30% των περιπτώσεων υπογονιμότητας. Η συνάντηση του ωαρίου με το σπερματοζωάριο και η γονιμοποίηση πραγματοποιούνται στη σάλπιγγα και, επομένως, καταστάσεις που επηρεάζουν τη φυσιολογική ανατομία ή λειτουργία των σαλπίγγων οδηγούν σε υπογονιμότητα. Τέτοιες καταστάσεις είναι:
- Οι σοβαρές λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος της γυναίκας υπό τη μορφή επεισοδίων σαλπιγγίτιδας ή γενικευμένης πυελικής φλεγμονής (λόγω χλαμυδίων ή βλεννόρροιας) που μπορεί να προκαλέσουν απόφραξη των σαλπίγγων, καταστροφή της φυσιολογικής δομής του τοιχώματός τους, δημιουργία υδροσαλπίγγων (διατεταμένες σάλπιγγες που είναι γεμάτες από υγρό) ή δημιουργία συμφύσεων στην πύελο οι οποίες στραγγαλίζουν και αποφράσσουν τις σάλπιγγες

- Προηγούμενη έκτοπη κύηση, στην οποία ένα γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται και αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη σάλπιγγα και όχι στη μήτρα
- Η ενδομητρίωση που μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα μέσω πολλών μηχανισμών, μεταξύ των οποίων είναι και η διαταραχή της κινητικότητας και της μικροσκοπικής δομής των σαλπίγγων καθώς και η δημιουργία συμφύσεων στην πύελο
- Οι προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλιά της γυναίκας που είναι δυνατόν να προκαλέσουν τη δημιουργία συμφύσεων δημιουργώντας προβλήματα στις σάλπιγγες
Αιτίες Που Οφείλονται Στη Μήτρα
Σε ένα 10% των περιπτώσεων υπογονιμότητας, το αίτιο εντοπίζεται στη μήτρα της γυναίκας. Εδώ περιλαμβάνονται τα ινομυώματα και, συγκεκριμένα, εκείνα που προβάλλουν μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, και οι ενδομητρικοί πολύποδες.
Ουλές στο εσωτερικό της μήτρας που προκαλούνται από σοβαρές ή υποτροπιάζουσες φλεγμονές μπορεί να διαταράξουν την εμφύτευση. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουν και οι ενδομητρικές συμφύσεις οι οποίες παρατηρούνται, συνήθως, σε γυναίκες που έχουν κάνει πολλές αποξέσεις.
Υπογονιμότητα προκαλείται, ακόμη, από στένωση ή απόφραξη του τραχήλου (όπως μετά από κωνοειδή εκτομή) και διαταραχές της τραχηλικής βλέννας, όπως είναι η ανεπάρκειά της, η αλλοιωμένη σύστασή της ή η ύπαρξη σε αυτήν αντισωμάτων που αδρανοποιούν τα σπερματοζωάρια.
Ορισμένες γυναίκες που γεννήθηκαν με ανωμαλίες μήτρας, όπως ένα ασυνήθιστο σχήμα της μήτρας, μπορεί να έχουν προβλήματα στο να συλλάβουν ή να διατηρήσουν την κύηση.

Οι δυσπλασίες της μήτρας παρουσιάζονται σε περίπου 7% του γενικού πληθυσμού και συνδέονται με άλλες δυσπλασίες, όπως αυτές των γεννητικών οργάνων, του ουροποιητικού συστήματος ή του ορθού. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι δυσπλασιών (μερική υποπλασία, δίδελφυς, διθάλαμος, δίκερος, μονόκερος, τοξοειδής) από τις οποίες το διάφραγμα μήτρας είναι η συχνότερη.
Ενδομητρίωση Και Υπογονιμότητα
Η ενδομητρίωση αποτελεί μια ιδιόμορφη πάθηση της γυναίκας κατά την οποία εστίες με σύσταση ενδομητρίου εμφανίζονται εκτός της φυσιολογικής τους θέσης (που είναι η κοιλότητα της μήτρας). Γενικά υπολογίζεται ότι στο 15-25% των υπογόνιμων γυναικών υπάρχει ενδομητρίωση, ενώ το 40-50% των γυναικών με ενδομητρίωση εμφανίζει προβλήματα γονιμότητας. Οι μηχανισμοί με τους οποίους η ενδομητρίωση μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εντατικής μελέτης. Εκτός από την επίπτωση στις σάλπιγγες που αναφέρθηκε παραπάνω, άλλοι πιθανοί μηχανισμοί είναι:
- Η καταστροφή του σπέρματος μετά την είσοδό του στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας
- Η διαταραχή της ωοθηκικής λειτουργίας
- Η παρεμπόδιση της ωοθυλακιορρηξίας (μια κατάσταση που ονομάζεται άτρητο ωχρινοποιημένο ωοθυλάκιο)
- Η τοπική διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος που οδηγεί στην απελευθέρωση δυσμενών για την αναπαραγωγή ουσιών
- Η διαταραχή της δομής του ενδομητρίου που επηρεάζει την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου
Άλλες Αιτίες
Κάπνισμα
Το κάπνισμα έχει αποδειχθεί ότι χαμηλώνει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των ωαρίων. Επίσης, αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού και γέννησης βρεφών χαμηλού βάρους. Το κάπνισμα από οποιονδήποτε σύντροφο μειώνει την πιθανότητα σύλληψης σε κάθε κύκλο, είτε φυσικά είτε με εξωσωματική γονιμοποίηση, στο ένα τρίτο.
Αλκοόλ
Η κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για συγγενείς ανωμαλίες στις γυναίκες και εάν βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα στο αίμα της μητέρας, μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο. Το αλκοόλ επίσης επηρεάζει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες.
Ναρκωτικά
Τα ναρκωτικά, όπως η μαριχουάνα και τα αναβολικά στεροειδή, μπορεί να έχουν αντίκτυπο στον αριθμό των σπερματοζωαρίων στους άνδρες. Η χρήση κοκαΐνης σε έγκυες γυναίκες μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στα νεφρά καθώς και πνευματική καθυστέρηση στο μωρό και είναι ίσως το χειρότερο ναρκωτικό που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια γυναίκα ενώ είναι έγκυος. Η χρήση των «ψυχαγωγικών» ναρκωτικών θα πρέπει, επίσης, να αποφεύγεται, τόσο κατά την προσπάθειά τους να συλλάβουν όσο και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Περιβαλλοντικές Και Επαγγελματικές Συνθήκες
Η ικανότητα σύλληψης μπορεί να επηρεαστεί από την έκθεση σε διάφορες τοξίνες ή χημικές ουσίες στο χώρο εργασίας ή το περιβάλλον. Οι ουσίες αυτές που μπορεί να προκαλέσουν μεταλλάξεις, συγγενείς ανωμαλίες, αποβολές, υπογονιμότητα ή στειρότητα ονομάζονται αναπαραγωγικές τοξίνες. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη αντιπαράθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των τοξινών στη γονιμότητα, είναι πλέον τέσσερις χημικές ουσίες που ρυθμίζονται και παρακολουθούνται με βάση τις τεκμηριωμένες επιπτώσεις που έχουν στη σύλληψη:
- Ο μόλυβδος
- Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία
- Το οξείδιο του αιθυλενίου (χημικό που χρησιμοποιείται τόσο στην αποστείρωση των χειρουργικών εργαλείων όσο και για την κατασκευή ορισμένων φυτοφαρμάκων)
- Το DBCP (Dibromochloropropane) που χρησιμοποιείται σε φυτοφάρμακα
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα της γυναικείας υπογονιμότητας συνήθως είναι ήπια και συχνά περνούν απαρατήρητα. Το πιο χαρακτηριστικό σημάδι είναι η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 μήνες τακτικών, απροστάτευτων επαφών και οι περισσότερες της μίας αποβολές.
Άλλα πιθανά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν ορμονικές διαταραχές ή παθήσεις, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πολύποδες ή ινομυώματα, είναι τα εξής:
- Ακανόνιστοι ή απόντες κύκλοι
- Έντονοι πόνοι περιόδου
- Μη φυσιολογική, εκτός περιόδου δηλαδή, αιμορραγία
- Υπερβολική τριχοφυΐα
- Ακμή
- Ανεξήγητη αύξηση βάρους
Διάγνωση
Για τη διάγνωση της γυναικείας υπογονιμότητας απαιτείται συνδυασμός ιστορικού, κλινικής εξέτασης και εργαστηριακών και απεικονιστικών εξετάσεων. Οι εξετάσεις υπογονιμότητας που πραγματοποιούνται είναι οι παρακάτω:
- Ορμονικές εξετάσεις (π.χ. FSH, LH, οιστραδιόλη, AMH) για εκτίμηση του ωοθηκικού αποθέματος και λειτουργίας των ωοθηκών
- Υπερηχογράφημα και απεικονιστικές μέθοδοι για έλεγχο μήτρας, ωοθηκών και περιστατικών αλλοιώσεων
- Έλεγχος της διαβατότητας των σαλπίγγων με υστεροσαλπιγγογραφία ή υπερηχοσάλπιγγογραφία (HyFoSy)
Η σωστή προσέγγιση απαιτεί σύγκριση των αποτελεσμάτων των παραπάνω εξετάσεων με προηγούμενες και συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων ως ενιαίο σύνολο. Με τον τρόπο αυτό, μπορούμε να εξατομικεύσουμε τη θεραπεία, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά όλα τα πιθανά αίτια της υπογονιμότητας.
Αντιμετώπιση/Θεραπεία
Η θεραπεία της υπογονιμότητας εξαρτάται από το αίτιο που την προκαλεί, την ηλικία της γυναίκας, τη διάρκεια της προσπάθειας για σύλληψη και τα αποτελέσματα του ελέγχου και των δύο συντρόφων. Η αντιμετώπιση στοχεύει πάντοτε στο ζευγάρι συνολικά, καθώς η γονιμότητα είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού της λειτουργίας του ανδρικού και του γυναικείου οργανισμού.
Φαρμακευτική Αγωγή
Στις γυναίκες, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για πρόκληση ωορρηξίας, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ανωοθυλακιορρηξία ή πολυκυστικές ωοθήκες. Τα φάρμακα αυτά βοηθούν στη ρύθμιση του κύκλου και στην ωρίμανση των ωαρίων, αυξάνοντας τις πιθανότητες φυσιολογικής σύλληψης. Όταν το πρόβλημα αφορά τις σάλπιγγες (π.χ. απόφραξη ή συμφύσεις), ενδέχεται να απαιτηθεί χειρουργική αποκατάσταση ή απευθείας προσφυγή σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF).
Χειρουργική Επέμβαση
Σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης ή ανωμαλιών της μήτρας, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση (λαπαροσκοπικά ή υστεροσκοπικά) για αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας του αναπαραγωγικού συστήματος. Εάν διαπιστωθούν ορμονικές διαταραχές, χορηγείται κατάλληλη ορμονική ρύθμιση, ενώ σε περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας εφαρμόζονται εξατομικευμένα πρωτόκολλα ανάλογα με την ηλικία και το ιστορικό της γυναίκας.
Ο Ρόλος Της Διατροφής
Η διατροφή και ο τρόπος ζωής παίζουν σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο. Μια ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε αντιοξειδωτικά, βιταμίνες (όπως φυλλικό οξύ, βιταμίνη D και Β12), καθώς και η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, μπορούν να ενισχύσουν τη γονιμότητα. Παράλληλα, η αποφυγή καπνίσματος, υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και στρες συμβάλλει στην καλύτερη αναπαραγωγική λειτουργία.
Συνολικά, η επιτυχής θεραπεία απαιτεί ολιστική προσέγγιση, συνεργασία των δύο συντρόφων και στενή ιατρική παρακολούθηση και εξατομικευμένη καθοδήγηση, ώστε να επιλεγεί η κατάλληλη στρατηγική που θα οδηγήσει με ασφάλεια στη σύλληψη και τη διατήρηση μιας υγιούς εγκυμοσύνης.
Ο μαιευτήρας – γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Γρυπάρης και όλοι οι εξειδικευμένοι συνεργάτες του στο Materna Care βρίσκονται στη διάθεσή σας για να συζητήσετε από κοντά σχετικά με τη γυναικεία υπογονιμότητα. Πραγματοποιήστε την επικοινωνία σας μαζί μας, μέσω τηλεφώνου ή συμπληρώνοντας τη φόρμα επικοινωνίας, και προγραμματίστε το ραντεβού σας στο ιατρείο μας στον Πειραιά.
Υπογονιμότητα
Επικοινωνήστε μαζί μας
Μαρτυρίες Ασθενών
Πολύ ευγενικός γιατρός, άμεση απάντηση σε οποιοδήποτε ερώτημα κι αν υπάρξει, πολύ καθαρός χώρος και σου προσαρμόζει τα ραντεβού την ώρα που μπορείς εσύ.
Ο γιατρός είναι ευσυνείδητος, υπομονετικός και άριστος στη δουλειά του. Τον συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Πρότυπο ιατρείο, εξαιρετικός γιατρός. Μηδενικός χρόνος αναμονής, άμεση εξυπηρέτηση.


