Αίτια Γυναικείας Υπογονιμότητας 2017-10-11T08:50:05+00:00

Αίτια Γυναικείας Υπογονιμότητας

Ως υπογονιμότητα αναφέρεται ένα πρόβλημα του αναπαραγωγικού συστήματος που έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία ενός ζευγαριού να συλλάβει (δηλαδή να επιτύχει μια εγκυμοσύνη), ή μιας εγκυμοσύνης να έρθει σε πέρας. Ο ορισμός που έγινε δεκτός σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Oργανισμό Yγείας ώστε να χαρακτηριστεί ένα ζευγάρι υπογόνιμο, είναι η απουσία της σύλληψης μετά από τουλάχιστον ένα χρόνο τακτικής συνουσίας, χωρίς τη χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων. Η τακτική συνουσία αναφέρεται σε συχνότητα συνουσίας δύο με τρεις φορές την εβδομάδα. Tο χρονικό διάστημα του ενός έτους μειώνεται στους έξι μήνες όταν η γυναίκα είναι άνω των 35 ετών.

Η υπογονιμότητα δεν είναι μια νέα κατάσταση, αλλά φαίνεται ότι έχει σημειωθεί αύξηση στα ποσοστά της κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Διεθνώς, το 15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας (υπολογίζονται σε 50-80 εκατομμύρια ανθρώπους) αντιμετωπίζουν πρόβλημα γονιμότητας. Στην Eλλάδα, εκτιμάται ότι έχουμε υψηλότερο ποσοστό υπογονιμότητας (18-20%), γεγονός που αποδίδεται στη μεγάλη συχνότητα γυναικολογικών προβλημάτων (π.χ. συμφύσεις της μήτρας, απόφραξη σαλπίγγων), αποτέλεσμα της περιορισμένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των νέων (πολλές εκτρώσεις, χαμηλό ποσοστό χρήσης του αντισυλληπτικού χαπιού ή του προφυλακτικού, μεγάλος αριθμός πυελικών φλεγμονών), σε συνδυασμό με το ότι σήμερα η Eλληνίδα γίνεται μητέρα σε μεγαλύτερη ηλικία.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν την γονιμότητα ενός ζευγαριού. Η παρουσία ενός από τους παράγοντες αυτούς δεν αποκλείει την υπάρξη και κάποιου άλλου στο ίδιο ζευγάρι, ενώ ένας παράγοντας μπορεί να έχει διαφορετική βαρύτητα σε κάθε συγκεκριμένο ζευγάρι. Για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να θεωρούμε, να διερευνούμε και να αντιμετωπίζουμε την υπογονιμότητα σαν πρόβλημα του ζευγαριού και όχι του ενός ή του άλλου συντρόφου μεμονωμένα. Το 40% των περιπτώσεων υπογονιμότητας οφείλεται στον άνδρα, 40% στη γυναίκα ενώ το 20% αφορά σε προβλήματα που ανευρίσκονται και στους δύο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αίτια της υπογονιμότητας παραμένουν αδιευκρίνιστα. Η κατάσταση αυτή αφορά ένα 10-15% των υπογόνιμων ζευγαριών και είναι γνωστή ως ανεξήγητη υπογονιμότητα. Παρότι ο πλήρης διαγνωστικός έλεγχος τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας αποδεικνύεται απολύτως φυσιολογικός, πιθανολογείται ότι τα ανεξήγητα προβλήματα γονιμότητας είναι ένας συνδυασμός διαφόρων, μικρής σημασίας, παραγόντων. Τα καλά νέα είναι ότι ζευγάρια με ανεξήγητη υπογονιμότητα έχουν τα υψηλότερα ποσοστά φυσιολογικής (αυθόρμητης) εγκυμοσύνης μεταξύ όλων των υπογόνιμων ζευγαριών.

Γυναικείος παράγοντας υπογονιμότητας

Σε γενικές γραμμές, μία υπογόνιμη γυναίκα θα αντιμετωπίζει πρόβλημα είτε στην διαθεσιμότητα ή την ποιότητα των ωαρίων της, είτε στις σάλπιγγες (στο μονοπάτι όπου γίνεται η συνάντηση του ωαρίου με τα σπερματοζωάρια), είτε στη μήτρα (το μέρος που θα υποδεχθεί και θα φιλοξενήσει το κύημα).

Ωοθηκικός παράγοντας

Οι διαταραχές ωορρηξίας, ενέχονται για το 25% της υπογονιμότητας στα ζευγάρια. Αυτές μπορεί να οφείλονται είτε σε προβλήματα στη ρύθμιση των αναπαραγωγικών ορμονών από τον υποθάλαμο ή την υπόφυση, είτε σε προβλήματα στην ίδια την ωοθήκη.

Ανωοθυλακιορρηξία: πρόκειται για καταστάσεις κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται η απελευθέρωση του ωαρίου της γυναίκας που σε φυσιολογικές συνθήκες συμβαίνει στο μέσο κάθε κύκλου. Ενδεικτικά αναφέρονται το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, η πρώιμη έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας, το έντονο stress, η υπερβολική σωματική άσκηση, η παχυσαρκία ή αντίθετα η μεγάλη αδυναμία και κακή θρέψη, διαταραχές και όγκοι του εγκεφάλου, καθώς και παθήσεις του ήπατος και των νεφρών.

Ανεπάρκεια ωχρινικής φάσης: πρόκειται για κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται ορμονική ανεπάρκεια μετά την ωοθυλακιορρηξία (δεν παράγεται αρκετή προγεστερόνη), με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζονται οι ιδανικές συνθήκες για την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στην μήτρα. Η προγεστερόνη είναι απαραίτητη για την προετοιμασία του ενδομητρίου προκειμένου να διατηρήσει το γονιμοποιημένο ωάριο.

Ηλικία: η γονιμότητα της γυναίκας βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο στα 20-25 έτη, μετέπειτα μειώνεται με σχετικά αργό ρυθμό μέχρι την ηλικία των 35, στην συνέχεια αρχίζει να μειώνεται σημαντικά έως τα 40, ενώ από τα 40 και έπειτα, η γονιμότητα μειώνεται δραματικά, όχι μόνο λόγω μείωσης του συνολικού αριθμού των ωαρίων της, αλλά και έκπτωσης στην ποιότητά τους. Προκειμένου να αξιολογηθεί η «ηλικία των ωοθηκών» συνιστάται η μέτρηση της ορμόνης AMH, οποία ελέγχει το αποθεματικό των ωοθηκών σε ωάρια. Επίσης, όταν μια γυναίκα περάσει τα 40, τα ωάρια που παράγει εμφανίζουν αυξημένο ποσοστό χρωμοσωματικών ανωμαλιών, κάτι που αποδείχθηκε σε πρόσφατες μελέτες προεμφυτευτικού ελέγχου σε γυναίκες αυτής της ηλικίας, όπου παρατηρήθηκε ότι το 70-90% των εμβρύων παρουσίαζαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Επεμβάσεις στις ωοθήκες: αρκετές νεαρές γυναίκες υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση στις ωοθήκες, που οφείλεται συνήθως σε κύστεις (πχ κύστη ωχρού σωματίου, δερμοειδής κύστη κλπ). Συχνά, στις περιπτώσεις αυτές, μειώνεται ο υγιής ωοθηκικός ιστός, το αποθεματικό των ωοθηκών και η ικανότητά τους να παράγουν ωάρια. Επιπλέον, είναι πιθανό να αναπτυχθούν συμφύσεις που μπορεί να επηρεάσουν και να εμποδίσουν τις σάλπιγγες.

Σαλπιγγικός παράγοντας

Ο σαλπιγγικός παράγοντας ευθύνεται για το 25-30% των περιπτώσεων υπογονιμότητας. Η συνάντηση του ωαρίου με το σπερματοζωάριο και η γονιμοποίηση πραγματοποιούνται στην σάλπιγγα και επομένως καταστάσεις που επηρεάζουν την φυσιολογική ανατομία ή λειτουργία των σαλπίγγων οδηγούν σε υπογονιμότητα. Τέτοιες καταστάσεις είναι:

Οι σοβαρές λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος της γυναίκας υπό την μορφή επεισοδίων σαλπιγγίτιδας ή γενικευμένης πυελικής φλεγμονής (λόγω χλαμυδίων ή βλεννόρροιας) που μπορεί να προκαλέσουν απόφραξη των σαλπίγγων, καταστροφή της φυσιολογικής δομής του τοιχώματός τους, δημιουργία υδροσαλπίγγων (διατεταμένες σάλπιγγες που είναι γεμάτες από υγρό) ή δημιουργία συμφύσεων στην πύελο οι οποίες στραγγαλίζουν και αποφράσσουν τις σάλπιγγες.

Προηγούμενη έκτοπη κύηση, στην οποία ένα γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται και αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη σάλπιγγα και όχι στη μήτρα.

Η ενδομητρίωση που μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα μέσω πολλών μηχανισμών, μεταξύ των οποίων είναι και η διαταραχή της κινητικότητας και της μικροσκοπικής δομής των σαλπίγγων καθώς και η δημιουργία συμφύσεων στην πύελο.

Οι προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλιά της γυναίκας που είναι δυνατόν να προκαλέσουν την δημιουργία συμφύσεων δημιουργώντας προβλήματα στις σάλπιγγες.

Αιτίες που οφείλονται στη μήτρα

Σε ένα 10% των περιπτώσεων υπογονιμότητας, το αίτιο εντοπίζεται στην μήτρα της γυναίκας. Εδώ περιλαμβάνονται τα ινομυώματα και συγκεκριμένα εκείνα που προβάλουν μέσα στην κοιλότητα της μήτρας και οι ενδομητρικοί πολύποδες.

Ουλές στο εσωτερικό της μήτρας που προκαλούνται από σοβαρές ή υποτροπιάζουσες φλεγμονές μπορεί να διαταράξουν την εμφύτευση. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουν και οι ενδομητρικές συμφύσεις οι οποίες παρατηρούνται συνήθως σε γυναίκες που έχουν κάνει πολλές αποξέσεις.

Υπογονιμότητα προκαλείται ακόμη από στένωση ή απόφραξη του τραχήλου (όπως μετά από κωνοειδή εκτομή) και σε διαταραχές της τραχηλικής βλέννας, όπως είναι η ανεπάρκειά της, η αλλοιωμένη σύστασή της ή η ύπαρξη σε αυτήν αντισωμάτων που αδρανοποιούν τα σπερματοζωάρια.

Ορισμένες γυναίκες που γεννήθηκαν με ανωμαλίες μήτρας, όπως ένα ασυνήθιστο σχήμα της μήτρας, μπορεί να έχουν προβλήματα στο να συλλάβουν ή να διατηρήσουν την κύηση. Οι δυσπλασίες της μήτρας παρουσιάζονται σε περίπου 7% του γενικού πληθυσμού και συνδέονται με άλλες δυσπλασίες, όπως αυτές των γεννητικών οργάνων, του ουροποιητικού συστήματος ή του ορθού. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι δυσπλασιών (μερική υποπλασία, δίδελφυς, διθάλαμος, δίκερος, μονόκερος, τοξοειδής) από τις οποίες το διάφραγμα μήτρας είναι η συχνότερη.

Ενδομητρίωση

Πρόκειται για μια ιδιόμορφη πάθηση της γυναίκας κατά την οποία εστίες με σύσταση ενδομητρίου εμφανίζονται εκτός της φυσιολογικής τους θέσης (που είναι η κοιλότητα της μήτρας). Γενικά υπολογίζεται ότι στο 15-25% των υπογόνιμων γυναικών υπάρχει ενδομητρίωση, ενώ το 40-50% των γυναικών με ενδομητρίωση εμφανίζει προβλήματα γονιμότητας.Οι μηχανισμοί με τους οποίους η ενδομητρίωση μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εντατικής μελέτης. Εκτός από την επίπτωση στις σάλπιγγες που αναφέρθηκε παραπάνω, άλλοι πιθανοί μηχανισμοί είναι η καταστροφή του σπέρματος μετά την είσοδό του στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας, η διαταραχή της ωοθηκικής λειτουργίας και ιδίως η παρεμπόδιση της ωοθυλακιορρηξίας (μια κατάσταση που ονομάζεται άτρητο ωχρινοποιημένο ωοθυλάκιο), η τοπική διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος που οδηγεί στην απελευθέρωση δυσμενών για την αναπαραγωγή ουσιών, αλλά και η διαταραχή της δομής του ενδομητρίου που επηρεάζει την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου.

Άλλες αιτίες

Κάπνισμα: το κάπνισμα έχει αποδειχθεί ότι χαμηλώνει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των ωαρίων. Επίσης αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού και γέννησης βρεφών χαμηλού βάρους. Το κάπνισμα από οποιονδήποτε σύντροφο μειώνει την πιθανότητα σύλληψης σε κάθε κύκλο, είτε φυσικά είτε με εξωσωματική γονιμοποίηση, στο ένα τρίτο.

Αλκοόλ: η κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για συγγενείς ανωμαλίες στις γυναίκες και εάν βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα στο αίμα της μητέρας, μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο. Το αλκοόλ επίσης επηρεάζει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες.

Ναρκωτικά: τα ναρκωτικά, όπως η μαριχουάνα και τα αναβολικά στεροειδή, μπορεί να έχουν αντίκτυπο στον αριθμό των σπερματοζωαρίων στους άνδρες. Η χρήση κοκαΐνης σε έγκυες γυναίκες μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στα νεφρά καθώς και πνευματική καθυστέρηση στο μωρό και είναι ίσως το χειρότερο ναρκωτικό που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια γυναίκα ενώ είναι έγκυος. Η χρήση των «ψυχαγωγικών» ναρκωτικών θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται, τόσο κατά την προσπάθειά τους να συλλάβουν όσο και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Περιβαλλοντικές και Επαγγελματικές συνθήκες: η ικανότητα σύλληψης μπορεί να επηρεαστεί από την έκθεση σε διάφορες τοξίνες ή χημικές ουσίες στο χώρο εργασίας ή το περιβάλλον. Οι ουσίες αυτές που μπορεί να προκαλέσουν μεταλλάξεις, συγγενείς ανωμαλίες, αποβολές, υπογονιμότητα ή στειρότητα ονομάζονται αναπαραγωγικές τοξίνες. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη αντιπαράθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των τοξινών στη γονιμότητα, είναι πλέον τέσσερις χημικές ουσίες που ρυθμίζονται και παρακολουθούνται με βάση τις τεκμηριωμένες επιπτώσεις που έχουν στη σύλληψη: ο μόλυβδος, η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία, το οξείδιο του αιθυλενίου (χημικό που χρησιμοποιείται τόσο στην αποστείρωση των χειρουργικών εργαλείων όσο και για την κατασκευή ορισμένων φυτοφαρμάκων) και το DBCP (Dibromochloropropane) που χρησιμοποιείται σε φυτοφάρμακα.

Υπογονιμότητα

  Επικοινωνήστε μαζί μας

Μαρτυρίες Ασθενών

Πολύ ευγενικός γιατρός, άμεση απάντηση σε οποιοδήποτε ερώτημα κι αν υπάρξει, πολύ καθαρός χώρος και σου προσαρμόζει τα ραντεβού την ώρα που μπορείς εσύ.

Μαρία Τ.

Ο γιατρός είναι ευσυνείδητος, υπομονετικός και άριστος στη δουλειά του. Τον συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σοφία Π.

Πρότυπο ιατρείο, εξαιρετικός γιατρός. Μηδενικός χρόνος αναμονής, άμεση εξυπηρέτηση.

Σύλβια Μ.

Κλείστε Ραντεβού

Είμαστε εδώ για εσάς και μπορείτε να προγραμματίσετε ένα ραντεβού 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα. Εάν το γραφείο δεν είναι ανοιχτό, μπορείτε να κλείσετε ραντεβού μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο [email protected] ή συμπληρώνοντας την φόρμα επικοινωνίας.

ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ